Εσπεριδοειδής Δεκαπεντασύλλαβος

Ήμουν μικρός και έκοβα φρούτα στο περιβόλι,

τα ‘κοβα, λερωνόμουνα, τα τρώγαν όμως όλοι.

Μέσα από τις πορτοκαλιές και τα πολλά λεμόνια

έβλεπα να με προσπερνούν τα πιο ωραία χρόνια.

Γύρισα σπίτι, ντύθηκα, έβγαλα τις γαλότσες,

στον Αργεντίνο παραγιό είπα μπουένας νότσες.

Έφυγα, τα βαρέθηκα τα ίδια κάθε μέρα

για να περάσει το τρακτέρ εγώ να κάνω πέρα.

Με τα τελάρα αγκαλιά και δυο κασόνια μπύρες

χαιρέτησα όλο το χωριό και δεκαπέντε χήρες.

Πήρα τους δρόμους κι έψαχνα πορτοκαλί περβόλια

μα είχαν περάσει και χαθεί στο παρελθόν τα δόλια.

Πέταξα τα τελάρα εδώ και τα κασόνια κείθε,

σου φάγαν άλλοι τη ζωή, είπα, απελέκητε λίθε.

Τέλος, πικράθηκα πολύ που έσπασαν οι μπύρες,

μα πιο πολύ που άφησα αγάμητες τις χήρες.

Μιχαλακοπούλου μπαϊ νάιτ…

Μιχαλακοπούλου μπαϊ νάιτ…

Γράμμα στον ξενιτεμένο αδερφό

Τι έχουμε; Τι νέα απ’ το μέτωπο της συνέντευξης και της θίσις; εγώ έχω κλείσει Η/Υ κ σερφάρω λίγο και μέσω μομπάιλ γουέμπ.


Στην Ελλάδα αδερφέ μου τα νέα τρέχουν σαν τον άνεμο. Απλά ίσως να είναι κι αυτά ντοπέ στην κενωνία που ζούμε σαν τον Κεντέρη. Ο Γιώργος λέει πως είναι εγκλωβισμένος απο τον κλοιό αγανάκτισης και μπορεί να πάει σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Νά το το πειρατικό δηλαδή. Μπορει και να βάλει τον Ανατολάκη στο υπουργείο άμυνας αλλά φοβάται μην του βγάζουν πολλές κάρτες οι ευρωπαίες εταίρες. Ο Πρετεντέρης κρατάει Θερμοπύλες στο Ντέρμπινιούζ του συστήματος ή αλλιώς ΜέγκαΤσάνελε ή αλλιώς εγώ αφεντικό 8000 τους είδα να είναι. Οι κουκουλομπάτσοι έχουν κάψει τα κεντρικά ξενοδοχεία και κατευθύνονται προς το αυθαίρετο της Ακρόπολης ονόματι Παρθενών, καθώς δεν ψηφίστηκε απόφαση για δήμευση της περιουσίας του Περικλή αν και μαζι τα τρώγανε και τότε.

Κλείνοντας, να παρατηρήσω οτι η γειτόνισσα πρέπει να είχε ψυχολογικά την περίοδο του μπαλκονιού και να ξεχνιόταν αράζοντας με τις ώρες έξω, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται οτι την έχω χάσει απο τότε. Εκτός αν πέθανε.

Όλα τα παραπάνω γράφτηκαν πριν από σχεδόν ένα μήνα, στις 15 Ιουνίου του 2011. Από τότε πολλά έχουν αλλάξει, τα περισσότερα προς το χειρότερο και ευτυχώς λιγότερα προς το ακόμα χειρότερο. Το μόνο ενθαρρυντικό ξέρετε ποιό είναι; Ότι η γειτόνισσα άρχισε να ξαναβγαίνει στο μπαλκόνι και πλέον οι ώρες μου μπροστά απ’ τα βιβλία περνούν πιο άνετα και ξέγνοιαστα. Το άλλο ενθαρρυντικό ξέρετε ποιό είναι; Ότι δεν πέθανε. Η γειτόνισσα. Ελπίζω και η άλλη θηλυκιά του γράμματος να ανανήψει.

Τ’ Αη Γιάννη του δικού μου

Μικρός ήμουνα. Πολύ μικρός. Τοσοσδά. Ο άλλος ο παππούς το είχε ακούσει το όνομά του. Σπανιότατο κι αυτό: Γιώργης. Της μισής Ελλάδας. Μέσα από διαπραγματεύεσεις επί διαπραγματεύσεων, αποφάσισαν να κάνουν το χατήρι της γιαγιάς και να πάρω το όνομα του άλλου παππού. Αυτού που δεν το είχε ακούσει. Γιάννης. Της άλλης μισής.

Τι εννοούσαν δηλαδή με το ότι δεν το είχε ακούσει; Τον φώναζαν αλλιώς οι φίλοι-γνωστοί-συγγενείς-άγνωστοι-πελάτες-επιβάτες του σε όλη του τη ζωή; Μια χαρά το είχε ακούσει και το είχε παρακούσει. Απλά έπρεπε να μπούμε κι εμείς μέσα σ’ αυτό το μικροαστικό δωμάτιο το οποίο χωράει τόσους παππούδογιαγιάδες και εγγόνια. Άλλο που ο παππούς δεν ήθελε να το ακούσει το όνομά του από μένα. Ήμουνα παιδί της κόρης ντε. Ή να έχεις όλο το πακέτο (το “εξ” που λέει κι ο Λεβέντης στο Χ-Φάκτορ) ή να μην έχεις τίποτα.

“Κι εγενόμην εν πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα” που λέει κι ο συνονόματος στην Αποκάλυψή του. Έγινα τέλος πάντων χριστιανός ορθόδοξος παρά τη θέλησή μου, γιατί τι άλλο θα μπορούσα να γίνω σ’ αυτόν τον κόσμο που πρέπει να “διαλέξεις” θρησκεία πριν ακόμα διαλέξεις την ομάδα που θα υποστηρίζεις. Και πήρα και όνομα που αφενός δε μου αρέσει, αφετέρου δε βοηθάει ρε αδερφέ. Δε μπορώ να πάω σε πλατεία. Δε μπορώ να πάω στο γήπεδο. Δε μπορώ να πάω σε παραλία. Νομίζω ότι όλοι φωνάζουν εμένα. Οι μισοί τουλάχιστον, ας μην υπερβάλλω. Οι άλλοι μισοί φωνάζουν κάποιο Γιώργο.

Καλά μέχρι εδώ; Καλά! Τι καλά μωρέ; Είδατε τίποτα καλό; Όλα κακά-ψυχρά-ανάποδα είναι. Έφτασε λοιπόν εκείνη η μέρα που γιόρταζα. Ντάρι-Ντάρι στις 7 Γενάρη. Εξουθενωμένοι όλοι από Χριστούγεννα-Αγιοστεφάνου-Αγιομανώλη-Παραμονή πρωτοχρονιάς-Αγιοβασίλη-Φώτα-Σκοτάδια και λοιπές γιορτές του σεσημασμένου 15ημέρου ερχόντουσαν με μισή καρδιά και μισό πορτοφόλι να μου ευχηθούν χρόνια πολλά. Τους ευχαριστούσα. Κάτι όμως με έξυνε μέσα μου.

Πέρασαν λίιιιγα χρόνια κι έφτασα να γιορτάζω την ονομαστική μου με ακόμα περισσότερα προβλήματα. Παιδί καθώς ήμουν, όλοι μας υπήρξαμε, το μόνο που δε με ένοιαζε τις 15 μέρες των διακοπών, εκεί στα τέλη του ενός προς αρχές του άλλου χρόνου, ήταν να διαβάσω. Ερχόταν λοιπόν η προηγούμενη μέρα απ’ “του Α’ Γιαννιού την άλλη μέρα” που ανοίγαν τα σχολεία κι έπρεπε να ανοίξω κανά βιβλίο γιατί έπρεπε να τα πάρω όλα Α. Αργότερα όλα 10. Κι αργότερα όλα 20. Η μόνη μου σκέψη όσο οι υπόλοιποι έτρωγαν τον αγλέορα κι έπιναν τον άμπακα ήταν πότε θα προλάβω να πασαλείψω όσα είχαμε για αύριο. Κάτι με έξυνε πιο δυνατά πλέον.

24 Ιουνίου σήμερα. Σαν σήμερα πριν κανά διχίλιαρο και κάτι ψιλά χρόνια γεννήθηκε ο Αη Γιάννης ο βαφτιστής. Απ’ αυτόν πήρα το όνομά μου. Δεν ήθελα να το πάρω απ’ αυτόν, κανένας δε ρώτησε τη γνώμη μου. Ούτε ήθελα να γιορτάζω στις 7/1. Κανείς δε με ρώτησε επίσης. Πολλοί γέλασαν όταν τους είπα ότι μεταφέρω τη μέρα εορτασμού της ονομαστικής μου. Είναι μέρα καλοκαιρινή, μέρα ξεκούραστη, μέρα με ήλιο, χωρίς αρνητική ενέργεια και αρνητικά βιώματα. Μέρα γιορτής. Ουσιαστικής και όχι τυπικής σαν αυτή την έβδομη του παλιογενάρη.

Πολλοί χλεύασαν. Καπρίτσιο και ποζεριλίκι πάλι, θα είπαν. Όχι. Είναι οι επιλογές που δε σου έδωσαν τη δυνατότητα να κάνεις. Είναι οι συνήθειες άλλων που μπήκαν κληρονομικά στο αίμα σου. Είναι οι μικρές χαρές που τις έχουν βαφτίσει ανούσιες. Είναι οι αποφάσεις που είναι 100% δικές σου. Είναι το κομμάτι από το παζλ που λείπει και είναι μαύρο. Μπορείς και να βάψεις το κενό πριν το βάλεις στην κορνίζα, αλλά γιατί να μην το βρεις και να το βάλεις στη θέση του;

diaryproduct:

γελάω τον κώλο μου

diaryproduct:

γελάω τον κώλο μου

"Ποτέ μη λες ποτέ γιατί η κωλοτούμπα σε περιμένει στη γωνία."

- Γ.Μ.

H εκδίκηση του είλωτα

Κοιμόμουνα. Πουρνό πουρνό πρέπει να ήταν, περίπου 2:00 το μεσημέρι. Όχι ώρα Ιαπωνίας, εδώ, δικιάς μας, Ελλαδάρας. Κι εκεί που έχει κορυφωθεί το όνειρο κι έχει αρχίσει και το μπιστολίδι, νά ‘σου η γλυκιά και γάργαρη φωνή της αδερφής μου: «Ξύπνα Αποστόλ’, πρέπει να πας τη μαμά σε κάτι δουλειές!». Πάει και το μπιστολίδι, πάνε και οι συμμορίες των 11, των 12, των 13, φτου και βγαίνω που είχα στήσει στο όνειρο, πάνε όλα. Γιατί και να ξανακοιμόμουνα μετά, το όνειρο θά ‘χε χαθεί και θά ‘χε πάει και τσάμπα το τραγούδι του Βοσκόπουλου

 Αυτό το πράγμα πάντως, να μη μπορείς να ξαναπιάσεις το όνειρο από ‘κει που το είχες αφήσει, δε μπορώ να το καταλάβω. Ή μάλλον… έχω μια ιδέα η οποία μπορεί και να απέχει απ’ την πραγματικότητα, αλλά εγώ θα την μπουμπουνίσω. Θα την ονομάσω «Η εκδίκηση του είλωτα»…

Ο πατέρας μου ο φιλέλλην, από γνωστό σόι φιλελλήνων (κάπου στα βάθη του χρόνου χάνεται το κολλητηλίκι ενός προγόνου μου με το λόρδο Μπάιρον), πιστεύει πως όσα κατάφεραν να σκεφτούν και να πετύχουν οι Αρχαίοι Έλληνες τα χρωστάνε στους δούλους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει αυτή η ιαματική πηγή ιστορικών δεδομένων που αναβλύζει μέσα στο ίδιο μου το σπίτι «είχαν τους άλλους να δουλεύουν γι’ αυτούς, κι όλα τα προβλήματά τους λυμένα και αυτοί σκεφτόντουσαν και φιλοσοφούσαν». Πιο ρηχός κι απ’ την Καραθώνα. Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να ευτελίζει έτσι προσωπικότητες όπως ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Βίας ο Πρηνεύς, ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος και τόσους άλλους μεγάλους σοφούς της αρχαιότητας που αν αρχίσω να απαριθμώ κάπου θα σταματήσω γιατί σιγά μην τους θυμάμαι όλους…

Τα χρόνια πέρασαν, η Ζωζώ Σαπουντζάκη έμεινε ίδια, και φτάσαμε στο σήμερα. Μέσα από την ανοχή λοιπόν, και τις πλάτες ανθρώπων όπως ο πατέρας μου, οι δούλοι κατάφεραν να εκδικηθούν τους σοφούς, τους διανοούμενους και τους φιλοσόφους της ζωής και να τους κλέψουν τη δόξα. Πρώτη κίνησή τους ήταν να κόψουν τις διαφημίσεις από τα όνειρα. Γιατί είλωτά μου εσύ να μπορείς να συνεχίζεις τη δουλειά σου από ‘κει που τη σταμάτησες κι εγώ να μη μπορώ να συνεχίσω το όνειρό μου μετά από ένα στιγμιαίο ξύπνημα; Επειδή πολύ απλά, τόσους αιώνες τη δόξα την έπαιρνε όποιος σκεφτόταν, όποιος άραζε, όποιος φιλοσοφούσε, το μίσος των δούλων ολοένα και μεγάλωνε. Ώσπου κατάφεραν να κάνουν βασικό σκοπό της ζωής μας τη δουλειά. Πήραν την εκδίκησή τους…

Είχα μείνει όμως στο ότι με ήθελε η μάνα μου να την πάω σε κάτι δουλειές. Και διακόπτεις τον ύπνο μου κυρία μου για …κάτι δουλειές; Είσαι κι εσύ της γνωστής συνομοταξίας των ειλώτων, που δε μπορούν να βλέπουν ανθρώπους του πνεύματος και των γραμμάτων να ξεκουράζουν το μυαλό τους μέσω του ύπνου; Είσαι απ’ ό,τι φαίνεται. Άλλη μια έκφανση της εκδίκησης του είλωτα λοιπόν, είναι η άποψή του ότι η εργασία είναι πιο κουραστική από τη σκέψη. Απλά και κατανοητά θα το αντικρούσω λέγοντας ότι η εργασία είναι εδώ, παρούσα και τη χρησιμοποιείς όποτε θες κύριε. Η σκέψη όμως; Πετάει από ‘δω κι από ‘κει και δε φυλακίζεται. Ξέρεις λοιπόν είλωτά μου, δούλε μου αν προτιμάς, πόσο κόπο κάνω εγώ και πόση ενέργεια χρειάζομαι για να ψάξω, να βρω, να πιάσω, να φέρω πίσω τη σκέψη μου και κατόπιν όλων αυτών να τη χρησιμοποιήσω; Δεν ξέρεις. Και πού να ξέρεις δηλαδή; Ποιός να σου μάθει; Οι υπόλοιποι δούλοι με τους οποίους συναναστρέφεσαι;

Και φτάνουμε τελικά στην πραγματική εκδίκηση του είλωτα. Για να κατανοήσετε το μέγεθός της, απλά σκεφτείτε να πάρει εκδίκηση ο κύκνος από τον Τσαϊκόφσκι για την ανωνυμία στην οποία τον άφησε ο δημιουργός τόσα χρόνια, παίρνοντας ο ίδιος όλη τη δόξα. Μιλάμε για συσσώρευση και κατόπιν έκκριση συμπλεγμάτων. Ο δούλος ήταν αυτός που έτρωγε τη λέζα ενώ ο φιλόσοφος έπαιρνε τη δόξα. Τι έκανε λοιπόν; Τι κατάφερε να κάνει; Κατάφερε να κάνει την εργασία πρωτεύουσας σημασίας ενέργεια και τη σκέψη δευτερεύουσας. Έτσι, μέσα από το πέρασμα των αιώνων, απαξίωσε το νοητικό κάματο του φιλόσοφου και κατάφερε να δημιουργήσει στον κοσμάκη την εικόνα ότι ο διανοούμενος δεν κάνει τίποτα. Ως εκ τούτου, κατάφερε να μπορεί να χρησιμοποιεί ως δούλο το διανοούμενο, πείθοντάς τον ότι αφού δεν κάνει τίποτα, έχει υποχρέωση στην αγγαρεία, παίρνοντας έτσι την εκδίκησή του για τόσα χρόνια δουλείας και προσφοράς υπηρεσιών. Η αντεκδίκηση όμως είναι ένα πιάτο που τρώγεται σε θερμοκρασία δωματίου, σε αντίθεση με την εκδίκηση που τρώγεται κρύα και τη σούπα που τρώγεται ζεστή…

Μέσα απ’ τα παραπάνω, οδηγούμαστε στο σημαντικό ερώτημα που μου δημιουργεί αναταράξεις στον κατά τ’ άλλα ήρεμο ως λεξοτανίλειο ύπνο μου: «ΓΙΑΤΙ ΡΕ ΜΑΝΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΕ ΠΗΓΑΙΝΩ ΕΓΩ Σ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

*οι χαρακτήρες με τα μπολντ, είναι πραγματικοί.υπάρχουν ή υπήρξαν.

**οι χαρακτήρες χωρίς μπολντ, είναι φανταστικοί.φανταστικοί μιλάμε.γαμώ τα παιδιά.